
Αν κάποιος παρατηρούσε απ’ την αρχή το τεράστιο, για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, κίνημα που δημιούργησαν οι «αγανακτισμένοι», αυτής της χώρας, θα καταλάβαινε πως σιγά – σιγά οι Έλληνες έχουν «ξανά»χωριστεί στα δύο.
Η μία πλευρά είναι αυτή που θέλει τη χώρα μας να είναι όπως ήταν μέχρι το 2009. Τότε τα πράγματα ήταν απλά. Το Δημόσιο κατανάλωνε κάθε χρόνο 24 δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερα από αυτά που εισέπραττε. Αυτό βέβαια το πλεόνασμα πήγαινε σε όσους είχαν «καλή» σχέση με τον κρατικό μηχανισμό.
Να υπάρχει δηλαδή η γνωστή σε όλους μας επιχειρηματικότητα που αναλαμβάνει έργα με στημένες αναθέσεις. Τα κόμματα να συνεχίσουν να δρουν σαν επιχειρήσεις, διαχειριζόμενα, προς όφελός τους το δημόσιο χρήμα και μάλιστα με πλήρη αδιαφάνεια.
Το δημόσιο να προσλαμβάνει τους πελάτες των κομμάτων συνεχώς, σε θέσεις μη παραγωγικές. Ο συνδικαλισμός να αντιπροσωπεύεται από διορισμένους ρουφιάνους τους πολιτικού συστήματος, οι οποίοι θα κάνουν καλά τη δουλειά τους κατακλέβοντας και διοικώντας αναξιοκρατικά τις δημόσιες επιχειρήσεις. Οι ίδιοι βέβαια, να έχουν τη δυνατότητα να παίρνουν τεράστια εφάπαξ και να βγαίνουν στη σύνταξη στα 55 τους.
Τα υπόλοιπα ταμεία θα χρηματοδοτούνται από τις εισφορές της υπόλοιπης κοινωνίας. Η πρόνοια και η υγεία να απευθύνεται μόνο σε στρώματα προνομιούχων κοινωνικών ομάδων. Εκκλησία, νοσοκομεία, πανεπιστήμια, αυτοδιοίκηση, να συνεχίσουν να είναι σπάταλα και ληστρικά. Τα κρατικά ΜΜΕ να απολαμβάνουν τις χρηματοδοτήσεις της εκάστοτε κυβέρνησης, ενώ παράλληλα οι επιχορηγούμενοι «φίλοι» δημοσιογράφοι, εκδότες κ.τ.λ. να μιλούν για το «δημόσιο συμφέρον» καταφέρνοντας να αποπροσανατολίσουν την υπόλοιπη κοινωνία.
Όλοι οι παραπάνω να περνάνε καλά, με τις επιχορηγήσεις τους, με τις επιδοτήσεις απ’ την κοινότητα, με τα δανεικά της Ελλάδας. Όπως, όμως, ο καθένας μας έχει καταλάβει, ο λογαριασμός των «σπασμένων» θα επιβαρύνει, όπως μέχρι σήμερα γίνεται, ολόκληρη την κοινωνία.
Μετά λοιπόν απ’ όλα αυτά, σήμερα αγανακτούν με τους πολιτικούς, καθώς η υπόσχεση πως το πάρτυ θα συνεχιστεί δεν υλοποιείται. Παρουσιάζονται μάλιστα, σαν οι «ριγμένοι» στη μοιρασιά.
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά. Είναι η υγιής επιχειρηματικότητα που προσπαθεί να δημιουργήσει προϊόντα άξια να πουληθούν. Υπάρχουν οι εργαζόμενοι του δημοσίου ή του ιδιωτικού τομέα που όραμα τους είναι, απλώς να εργάζονται για να ζήσουν αξιοπρεπώς. Υπάρχουν οι μεροκαματιάρηδες που προσπαθούν να επιβιώσουν. Υπάρχουν οι 800.000 Έλληνες άνεργοι που είναι όμηροι ενός ιδιωτικού, παρακμάζοντα, τομέα ο οποίος έχει κληθεί να σηκώσει το βάρος ενός χρεοκοπημένου κράτους. Υπάρχουν οι νέοι, που κατά χιλιάδες δεν καταφέρνουν να μπουν στην παραγωγή και άρα δεν μετρώνται σαν άνεργοι. Μάλιστα, η ανεργία των νέων ξεπερνά, σε νούμερα, αρκετές χώρες της Αφρικής. Υπάρχουν οι μετανάστες, οι οποίοι αν και πλησιάζουν το ένα εκατομμύριο, δεν έχουν κανένα δικαίωμα ούτε για εργασία αλλά ούτε και για ζωή.
Για να μην ξεχνιόμαστε όμως. Οι εργαζόμενοι, οι επιστήμονες, οι επαγγελματίες, εξακολουθούν να πληρώνουν φόρους σε ένα κράτος ανήμπορο να επιστρέψει ο,τιδήποτε. Υπάρχουν όλοι αυτοί που πληρώνουν τεράστιες ασφαλιστικές εισφορές σε χρεοκοπημένα ταμεία.
Αυτή είναι η πλευρά των Ελλήνων που θέλει πραγματικά να αλλάξουν όλα όσα βαραίνουν τη χώρα μας. Και βέβαια αυτή η πλευρά είναι η πλειοψηφία, καθώς περιλαμβάνει και μεγάλα τμήματα της πρώην ευνοημένης Ελλάδας, τα οποία έχουν εδώ και καιρό καταλάβει ότι το σύστημα ήταν αντιπαραγωγικό, άδικο, μη διατηρήσιμο. Ότι αυτό το παιχνίδι έχει σαν αποτέλεσμα λίγους κερδισμένους και όλους τους άλλους χαμένους.
Και όμως η πλειοψηφία των πολιτών δεν αντιπροσωπεύεται στο δημόσιο διάλογο. Όλοι, μα όλοι, από τα κόμματα μέχρι και ο μικρότερος επαγγελματικός σύλλογος συνεχίζουν να εκφράζουν αυτό το παλιό σύστημα της εξουσίας που πλέον έχει χρεοκοπήσει. Αυτοί είναι και οι μόνοι που συμμετέχουν στο διάλογο, αν και ξέρουν πως το παιχνίδι έχει χαθεί. Έχει χαθεί για έναν πολύ απλό λόγο. Δεν υπάρχει πλέον λεία για να μοιραστεί στην εκλογική πελατεία. Δεν μπορούν να γίνουν ούτε διορισμοί, δεν μπορούν να παρθούν ούτε επιδοτήσεις, δε δίνονται πρόωρες συντάξεις, δεν υπάρχουν έργα να ανατεθούν, με μίζες βέβαια, στη διαπλεκόμενη επιχειρηματικότητα, δεν υπάρχουν λεφτά για να υποστηρίξουν τα μέσα ενημέρωσης. Ως εδώ ήταν. Η εκλογική τους πελατεία πλέον είναι απέναντί τους.
Το μόνο που καταφέρνουν αυτοί που προσπαθούν μανιωδώς να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους είναι να χαράσσουν μία «αριστεροακροδεξιά», γεμάτη συνομωσία, θεωρία. Δεν είναι αυτοί που αντιπροσωπεύουν τον απλό αγανακτισμένο κόσμο της πλατείας. Θέλει προσοχή. Είναι όλοι αυτοί οι ψευτοδιανοούμενοι που τη δικαιοδοσία να καπηλεύονται κινήματα, τους την έδωσε το ίδιο το σάπιο αυτό σύστημα. Είναι αυτοί οι ψευτοκαθηγητάδες που παρουσιάζονται σαν μεσσίες. Είναι όλοι αυτοί που κάποτε δε δίστασαν να προδώσουν για να σώσουν το τομάρι τους.
Θέλει προσοχή, λοιπόν, καθώς έχει έρθει η στιγμή να διαλέξουμε «αγανάκτηση». Να διαλέξουμε ποια θα είναι η Ελλάδα του αύριο.











Πάρε μέρος στην κλήρωση







