Εμπειρίες από τον Αντώνη Σπανάκη & το Χρόνη Πολυμίλη

Με πλησιάζεις. Σου χαμογελώ. Με ρωτάς: «Που τη βρίσκεις την όρεξη;». Συνεχίζεις. «Γύρω σου άνθρωποι χάνουν τις δουλειές τους. Αυτοκτονούν. Κι εσύ γελάς τόσο ανάλαφρα. Τόσο ανάλαφρη είναι η ζωή σου;»

«Ναι», απαντώ. «Τόσο αβάσταχτα ελαφριά, όσο είναι η ζωή στα Βαλκάνια».

Το’ξερες πως ταξίδεψα. «Μα που πήγες πάλι;», με ρωτάς με μιζέρια.

«Πρώην Γιουγκοσλαβία» απαντώ. «Σκόπια, Βελιγράδι, Λουμπλιάνα, Σπλιτ, Κότορ… και φυσικά Γκούτσα».

«Α καλά», μου λες. «Που τα βρίσκεις τα λεφτά ρε’συ;», με ρωτάς με ύφος σκωπτικό.

«Σε ρωτώ ειλικρινά, πες μου, χρειάζεσαι λεφτά για να ζήσεις; Μόνο ανοιχτή καρδιά κι όρεξη για το δρόμο. «Η ζωή είναι ένα θαύμα», σε όσους ταιριάζει η περιπλάνηση Νίκο. Βαλκανιζάτσια*».

«Βαλκανιζά-τι;»

 

Η ιδέα ήρθε τόσο αυθόρμητα. «Παιδιά ανακάλυψα ένα φεστιβάλ στη Σερβία. Περιπλανώμενες μπάντες χάλκινων απ’ όλη την Ευρώπη κατακλύζουν την Γκούτσα (Guca), ένα χωριό της Σερβίας, για περίπου μια εβδομάδα κάθε χρόνο και παίζουν ανάμεσα σε χιλιάδες επισκέπτες απ’όλο τον κόσμο. Η τρομπέτα θα παίζει όλη μέρα μες τ’αυτιά μας», περιγράφει ο Χρόνης.

 

Η καθημερινή ρουτίνα, οι δυσκολίες, η ντεμέκ χρεοκοπία, η μίζερη τρομολαγνία των ΜΜΕ δε στάθηκαν ποτέ εμπόδια. Οι ταινίες του Εμίρ και οι μουσικές του Boban μας έφερναν κάθε μέρα όλο και πιο κοντά στον προορισμό μας. Μέχρι τη μέρα της αναχώρησης, όλα κρέμονταν σε μια κλωστή. Ποιοι θα έρθουν, ταυτότητες, διαβατήρια, κρατήσεις, ενοικιάσεις βαν, χάραξη διαδρομής, μας φτάνουν τα λεφτά(;;). Ώσπου όλα ξεκίνησαν. Πρώτος σταθμός: Θεσσαλονίκη, όπως ο καθένας μπορούσε να φτάσει εκεί.

 

Μέρα 1η: Μετά από μια μικρή περιήγηση στην Αριστοτέλους και στα μπουγατσάδικά της, ξεκινήσαμε για τα Σκόπια με ένα μίνι-λεωφορείο, το μοναδικό μέσο μεταφοράς για Σκόπια (περικοπές στα δημόσια ΜΜΜ λόγω μνημονίου!). Ο Βαρδάρης ποταμός μας συντρόφευε στο μεγαλύτερο μέρος του ταξιδιού. Η εικόνα του σλάβικου τοπίου άρχισε να σχηματίζεται δειλά-δειλά στο μυαλό μας. Μετά από μια βραδιά «εκπληκτικής» μπύρας Skopsko, mojito των 3€ και αγάλματος του πραγματικά γιγάντιου στρατηλάτη(!!), ενοικιάσαμε το βαν και φύγαμε το επόμενο πρωί για Βελιγράδι.

 

Μέρα 2η: Αναχώρηση. Στο τιμόνι ο Αντώνης, στο play o Goran και η περιπλανώμενη τρέλα ξεκινούσε. Το γλέντι κρατούσε καλά στο βανάκι όσο διασχίζαμε τον Ε-75 πλάι από παραδοσιακά σέρβικα χωριά. Μετά από 450 χμ, 6 ώρες οδήγηση και μια μικρή στάση για ξεκούραση και φαγητό στην πόλη Nis, ξεπρόβαλε μπροστά μας το Βελιγράδι ή ετυμολογικά, η «Λευκή Πόλη».

 

«Ρε παιδιά, πότε θα δούμε τα βομβαρδισμένα κτίρια;», ρωτούσε επίμονα ο Μιχάλης ώσπου αντικρύσαμε ξαφνικά το βομβαρδισμένο ραδιοτηλεοπτικό κτίριο της πρώην γιουγκοσλαβικής δημοκρατίας. Θεόρατες, κουμουνιστικού μπλοκ, πολυκατοικίες, οθωμανικά μνημεία και νεοκλασσικά κτίσματα συνέθεταν ένα αντιφατικό παζλ μιας πόλης που συνεχώς βομβαρδίζεται αλλά και συνεχώς αναγεννιέται. Αλλά και μιας πόλης αναπάντεχα ερωτεύσιμης, όπως οι άνθρωποί της. Χαμογελαστοί και φιλόξενοι, όπως ο Nenad, o ιδιοκτήτης του πλωτού youth hostel στο Δούναβη (ArkaBarka.net) πάνω στο οποίο κυριολεκτικά επιπλέαμε! Ένα hostel που έδενε με το πολυπολιτισμικό παρελθόν της πόλης, φιλοξενώντας νέους, όπως κι εμείς, που αναζητούσαν να σμίξουν με κόσμο άγνωστο απ’όλο τον κόσμο…

 

Μέρα 3η: Μετά την κραιπάλη της προηγούμενης βραδιάς στα πλωτά μπαρ επί του Δούναβη, ξεκινήσαμε, κάποιοι με ποδήλατα και κάποιοι με τα πόδια, για την παλιά πόλη. Αγναντέψαμε ψηλά από το φρούριο του Κalemegdan, που βρίσκεται στη συμβολή των ποταμών, Δούναβη και Σάβα. «Από εκείνο το σημείο, ρίχτηκε ο Ρήγας Φερραίος μετά από συνεχή βασανιστήρια των Οθωμανών», μας πληροφορούσε ο Nenad. Στην υπαίθρια αγορά του πάρκου Κalemegdan, πιάσαμε κουβέντα με ντόπιους. «Αυτές είναι εικόνες του Βελιγραδίου στις αρχές του 20ου αι. Εδώ είμαι εγώ με την οικογένειά μου. Εδώ ο Τίτο, ο στρατηγός», με το βλέμμα της να αστράφτει. Υπάρχει ακόμη έντονο το εθνικιστικό πνεύμα στο χαρακτήρα των Σέρβων.

Αφού δοκιμάσαμε μια αυθεντική pljeskavica (πλιεσκαβίτσα), το «βρώμικο» φαγητό των Βαλκάνιων, διαπιστώσαμε ότι οι εναλλαγές του καιρού ήταν τόσο αναπάντεχες όσο ο χαρακτήρας των ντόπιων. Η επιστροφή στο ξενοδοχείο μας βρήκε μούσκεμα. Το βράδυ μας έβγαλε στη Silicon Valley, μια περιοχή του κέντρου με καφάνες (παραδοσιακές ταβέρνες), που αποκαλείται έτσι από τους ντόπιους για ευνόητους (σιλικονάτους) λόγους!

 

Μέρα 4η: Αναχώρηση για Λουμπλιάνα. Απόσταση 540 χλμ. Ασταμάτητη οδήγηση με το τιμόνι να αλλάζει συχνά χέρια. Η κούραση ήταν εμφανής. Απόλυτη ησυχία στο βαν. Τα κεφάλια γυρτά στα παράθυρα. Με τα πρώτα πυκνά δάση να κάνουν την εμφάνισή τους, το μυαλό έχει ήδη ξεκουραστεί.

Διασχίζαμε τα σύνορα για την πρώτη στάση στο Ζάγκρεμπ. Δυτική πόλη, αέρας Ευρώπης. Αράξαμε για ένα γρήγορο καφέ σ’ένα από τα λιθόστρωτα σοκάκια της. Αναχωρήσαμε με κλήση για παράνομο παρκάρισμα για την πρωτεύουσα της Σλοβενίας. Εδώ δεν είναι Βαλκάνια, όπως τα ξέρουμε…

 

Ατέλειωτο δάσος, παραδοσιακά χωριουδάκια, μεσαιωνικά κάστρα εναλλάσσονταν δεξιά κι αριστερά στη διαδρομή, λες και το σκηνικό ήταν βγαλμένο από στοιχειωμένο παιδικό παραμύθι. «Ρε σταμάτα εδώ, το δάσος μας καλεί. Πάμε να ξεχυθούμε μέσα του», αναφώνησε ο Χρόνης με ενθουσιασμό. Σταματήσαμε. Η σιγή της φύσης, το ψηλό πυκνό μαύρο δάσος, η σκοτεινιά του σούρουπου κι όλα γύρω μας άφηναν μια ανατριχίλα.

 

Ίδια εικόνα μυστηρίου στη Λιουμπλιάνα. Αγάλματα δράκων δέσποζαν σε γέφυρες του ποταμού Λιουμπλιανίτσα. Κτίρια γοτθικού ρυθμού, λιθόστρωτα μικρά καλντερίμια. Το αποκορύφωμα ήταν το hostel (Tabor Youth Hostel) που μας περίμενε: ένα οικοτροφείο το οποίο γινόταν ξενοδοχείο κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, βγαλμένο από ταινία τρόμου.

 

Μέρα 5η: Μετά από ένα πλήρες σλοβένικο πρωϊνό (όχι, δεν δοκιμάσαμε την παραδοσιακή σλοβένικη πλιεσκαβίτσα από άλογο!), παίρνουμε το δρόμο της καθόδου κατά μήκος των δαλματικών ακτών της χώρας της «Γραβάτας» (Hrvatska καλούν την Κροατία οι ντόπιοι). Επόμενος σταθμός, Σπλιτ ή «Ασπάλαθος» όπως μεταφράζεται στα ελληνικά. «Θα’θελα να’μουνα χοχλιός…»

Μετά από τόσες μέρες διαμονής στην ενδοχώρα, η θάλασσα επιτέλους κάνει την εμφάνισή της! Αυτό το απέραντο γαλάζιο, που είχαμε σχεδόν ξεχάσει. Απαραίτητη στάση στο Ζάνταρ. Η πόλη θύμισε λίγο από Ρόδο με τη βενετσιάνικη γοητεία του μεσαιωνικού κάστρου, για την κατασκευή του οποίου έβαλε το χέρι του ο γνωστός για την κατασκευή των τειχών της Κάντιας, αρχιτέκτονας Μικέλε Σανμικέλι.

 

Αφού αφήσαμε μια περιουσία σε κούνες (κροατικό νόμισμα) στα διόδια του αυτοκινητόδρομου μέχρι το Σπλιτ (τα πιο ακριβά διόδια της περιοχής αλλά κι οι πονηροί Κροάτες εισπράκτορες πολλές φορές έδιναν σκόπιμα λάθος τα ρέστα!!), φτάσαμε αργά το βράδυ στο διαμέρισμα που θα μας φιλοξενούσε. Ένα «σοσιαλ-ρεαλιστικό» οικοδόμημα της κουμουνιστικής γιουγκοσλαβίας που μετρούσε 10 δεκαόροφες πολυκατοικίες σε πλάτος!! Βραδινή εξόρμηση για να ξεκουράσουμε τα ταξιδιάρικα κορμιά μας με ήχους περιπλανώμενων μπαντών και με εικόνες θεατρικών παραστάσεων δρόμου μέσα στο ανάκτορο του Διοκλητιανού. Η ζωή στην πόλη φαινόταν τόσο έντονη που χρειαζόταν ακόμη μια μέρα για το φεστιβάλ ηλεκτρονικής μουσικής (discotheque-riva.com) στη Ρίβα, το παλιό λιμάνι. Οι σειρήνες όμως δεν κατάφεραν να μας βγάλουν από το δρόμο μας για την Γκούτσα.

 

Μέρα 6η: Επόμενος σταθμός: Κότορ. Η διαδρομή στα παράλια των ακτών της Δαλματίας μέσα από τουριστικά χωριά θύμισε αρκετά την άναρχη τουριστική ανάπτυξη του τόπου μας. «Apartmani», φώναζαν Κροάτες ξενοδόχοι στο πλάι του δρόμου. Μεγάλες τουριστικές μονάδες αλλά και μικρά καταλύματα απλώνονταν στους πρόποδες των δαλματικών οροσειρών, τα φυσικά σύνορα με τη Βοσνία. Η ζέστη ήταν αρκετή. Επιλέξαμε ένα μικρό κολπάκι για μια βουτιά.

Αφήνοντας τη βραχώδη παραλία, οδεύσαμε προς το μαργαριτάρι της Αδριατικής, το Ντουμπρόβνικ. Το «μικρό δάσος», όπως δηλώνει το όνομά του, είναι άλλη μια πονεμένη μεσαιωνική πόλη, χτισμένη κυριολεκτικά στο χείλος του γκρεμού. Σε κάθε λίθινη πύλη, τα σημάδια των βομβαρδισμών της σερβοκροάτικης σύγκρουσης απεικονίζονταν σε χάρτες, υπενθυμίζοντας το ένοχο παρελθόν της. Κι όμως, μετά από 15 χρόνια, αυτή η πόλη είχε αναρρώσει με την ανάπτυξη του τουρισμού. Χάρη στο γέλιο, την αισιοδοξία αλλά και την πονηριά των κατοίκων της.

Το βράδυ μας βρήκε στο Κότορ, μια παραλιακή πόλη στο Μαυροβούνιο, μια από τις πιο φτωχές περιοχές των Βαλκανιών που δεν έχει δικό της νόμισμα (έχει υιοθετήσει το ευρώ!!). Μετά από αρκετή περιπλάνηση, καταλήξαμε τα μεσάνυχτα στο hostel, σ’άλλο ένα σοσιαλ-ρεαλιστικό κτίριο φοιτητικής εστίας, που δε διέθετε ζεστό νερό μετά τις 7 το απόγευμα! Εδώ ήταν τα Βαλκάνια, όπως τα ξέρουμε. Η ανατολή μας βρήκε παρέα με μια σέρβικη κομπανία να πίνουμε κρητική ρακί και να τραγουδάμε «Me-seci-na, Me-seci-na oyo», στη λέσχη της φοιτητικής εστίας. Μα τις χίλιες πλιεσκαβίτσες(!), είναι τρελοί αυτοί οι Σέρβοι…

 

Μέρα 7η: Επιτέλους, ο προορισμός. Γκούτσα. Αφού διασχίσαμε το πιο άγριο τοπίο της περιοχής, μέσα σε ένα φαράγγι μήκους σχεδόν 400 χλμ, με συνοδεία τον ποταμό Μόρατσα και τα απόκρημνα βουνά, κολλήσαμε σε μια ουρά αυτοκινήτων 8 χλμ. στα σερβομαυροβουνιακά σύνορα. Αυτό όμως δε μας πτόησε. Το ποτάμι μίλησε. Καθίσαμε μαζί με μια παρέα Μαυροβούνιων ξυλοκόπων σε μια καντίνα πλάι στο δρόμο για παραδοσιακό κάφα μέχρι να ξεμπλοκάρουμε.

Μετά από 10ωρο ταξίδι μέσα από επαρχιακούς δρόμους καρμανιόλες με τον κίνδυνο να μας κρατά ξάγρυπνους, φτάσαμε αργά στο χωριό της τρομπέτας. Η αδρεναλίνη ήταν στο κόκκινο και δεν χρειαστήκαμε πολύ χρόνο για να προσαρμοστούμε στο αεικίνητο ανθρώπινο μωσαϊκό που χόρευε ασταμάτητα στους ξέφρενους βαλκανικούς ρυθμούς.

Μόλις ενωθήκαμε με το πλήθος και μας συνεπήρε αυτό το ουρλιαχτό για ζωή, αντιληφθήκαμε όλοι το μήνυμα. Αφού μπορούν να χορεύουν παρά την φτώχεια τους, να γλεντάνε με πρόσφατες τις εικόνες πολέμου στο μυαλό τους, να γελάνε με τις κακουχίες τους και να ζούνε τόσο έντονα το τώρα, τότε εμείς γιατί δεν μπορούμε; «Όλα συμβαίνουν τώρα. Όλα σε μια στιγμή». Βαλκανιζάτσια!!

 

Μέρα 8η: Ο ήλιος μας ξύπνησε το πρωί στην ύπαιθρο της σέρβικης γης. Ο πρωϊνός πονοκέφαλος μας χτύπησε με τόση κούραση, αφόρητη ζέστη και το βουητό χιλιάδων ανθρώπων και αμαξιών τριγύρω μας. Το μυαλό όμως αναζητούσε αυθεντικές σκηνές «κουστουριτσικής» σέρβικης γης.

Το μεσημέρι μας βρήκε να αράζουμε στο γρασίδι της αυλής ενός χωριάτικου σπιτιού με μια πολυπολιτισμική παρέα ταξιδευτών, που είχαν φτάσει με οτοστόπ από όλες τις χώρες της Ευρώπης. Οι αλανιάρες κότες μας έκαναν συντροφιά. Πολλές φορές και το μουγκρητό του χοίρου στο στάβλο δίπλα. Η νύχτα μας έβγαλε όλους, ανάμεσα σε περιπλανώμενες μπάντες που ηχούσαν τις τρομπέτες τους κυριολεκτικά μέσα στα αυτιά μας, να πίνουμε σέρβικη μπύρα Jelen και να τραγουδάμε με σέρβους αδερφούς. «Εεεε orthodox brothers, Sfakianakis!». Οι Σέρβοι τραγουδούσαν με ενθουσιασμό «Gyftisa meraaa…». «Αnd Taliouris also». «Taliouris?», ρώτησε με απορία ο Αντώνης. «Itane mia fora matia mou μαν…». «ααα Xylouris…». Σοσιαλ-ρεάλ…


Μέρα 9η: Το θερμό ξημερώμα στα γρασίδια της σέρβικης υπαίθρου ήταν λυτρωτικό από το απόγι της νύχτας. Δύσκολη η ώρα της επιστροφής. Μαζέψαμε τα κομμάτια μας και τραβήξαμε πίσω με ένα νοσταλγικό χαμόγελο.

«Σαν βγεις στον πηγεμό για την Ιθάκη, να εύχεσαι να’ναι μακρύς ο δρόμος, γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις…». Πόσο δίκιο είχες Κωνσταντίνε.

 

* Παράφραση σέρβικης λέξης «мобилизација» (προφέρεται μομπιλιζάτσια=επιστράτευση). Παραπέμπει στο πρόσφατο πολεμικό παρελθόν της περιοχής