Ο κύριος Μπένι κάθεται στο διαμερισματάκι του στον 1ο όροφο. Έχει κλειστή την πόρτα του μικρού του και βρώμικου μπαλκονιού με τις 3 υποτιθέμενες γλάστρες, για να μην ακούει τις φωνές των αυτοκινήτων και τις κόρνες των ανθρώπων. //Το αυτοκίνητό του είναι γρήγορο//. Έχει μόλις σχολάσει από τη δουλειά. 30 χρόνια στο ίδιο γραφείο, έχει καταντήσει το καλύτερο ρομπότ για αυτό το πόστο. Κι όμως, κινδυνεύει να απολυθεί και να χάσει το «ελληνικό όνειρο». Πρωί δουλειά, μεσημέρι φαΐ και ύπνο, απόγευμα ψώνια και τα παιδιά στα φροντιστήρια, το βράδυ τηλεόραση και ύπνος και στα όνειρα ο αυτοσκοπός της ύπαρξης, η σύνταξη. //Τα ρούχα του είναι επώνυμα//. Κάθεται αγχωμένος μπροστά από την TV και περιμένει. Να μάθει αν ποτέ θα πάρει σύνταξη, αν θα απολυθεί, αν μπορεί να καπνίσει, αν επιτρέπεται να κλάψει, να χαρεί, αν το παιδί του θα μάθει πληρωμένα γράμματα κι αν θα καπνίζει νόμιμα χασίς, αν επιτρέπεται να κινηθεί και πού να πάει, αν θα κουρέψουν το χρέος, αν θα κουρέψουν τις πέντε τρίχες το μαλλί του. //Στα διαλείμματα βάζει γρήγορα Alpha να δει αν η Βίσση κοιμάται με κουβέρτα ή πάπλωμα//. Μετά πιάνει το κομπιουτεράκι. Δόσεις αυτοκινήτου, δόσεις διαμερίσματος, αγγλικά, ρώσικα, φιλολογικά, μαθηματικά για το παιδί (σκέφτεται να το πάει και θρησκευτικά και γυμναστική), ΔΕΗ, ΔΕΥΑΗ, Cosmote, Vodafone (έχει 2 κινητά και πάει για τρίτο). Τα νούμερα δεν του βγαίνουν με τίποτα. //Τρώει τα πάντα με μαχαιροπίρουνο, και μιλάει πάντα χαμηλόφωνα κοιτάζοντας τον άλλο στα ρούχα, στα μαλλιά, στα παπούτσια//. Κάθεται στο τραπέζι να φάει το ξαναζεσταμένο σε μικροκύματα κάτι σαν κοτόπουλο που ψώνισε χθες από το Βερόπουλο. Ξαναγυρνάει στη «μαύρη αυθεντία». Ο Γιώργος περιχαρής ανακοινώνει το κούρεμα του χρέους. Ο Μπένι ξεφυσάει και η ζωή του συνεχίζεται μέχρι το επόμενο ανακοινωθέν.

Ο κύριος Μάκης είναι στο σπίτι του στο χωριό. Μετακόμισε πριν 4 μήνες, όταν ένα πρωινό του ανακοίνωσαν ότι για να συνεχίσει να μυρμηγκιάζει ο ποπός του στην περιστρεφόμενη Sato καρέκλα θα παίρνει τα μισά χαρτονομίσματα απ’ όσα έπαιρνε. Τα βρόντηξε κι έφυγε. Στο χωριό κινείται με τα πόδια, στα γύρω χωριά με το ποδήλατο, στην πόλη με το υβριδικό βανάκι που αγόρασε πουλώντας τη BMW. Είναι μόλις 30 λεπτά απόσταση. Μόλις έχει γυρίσει από τα χωράφια του. Έχει ξεκινήσει κάτι εναλλακτικές καλλιέργειες για τις οποίες ενημερώθηκε από το ίντερνετ και σχεδιάζει με κάτι συγχωριανούς να τα προωθήσουν αρχικά στην πρωτεύουσα και αργότερα στο εξωτερικό. //Ποτέ δεν πίστεψε πραγματικά ότι ο ΠαπανδρεοΜητσοτακοΣημιτοΚαραμανλοΠαπανδρεοΣαμαράς θα έρθει ένα πρωί να του λύσει τα προβλήματα//. Κάθεται ανέμελος στη βεράντα και ακούει τη σιωπή του χωριού και τις μυρωδιές της φύσης, καθώς και τον κοκκινιστό κόκορα που ετοιμάζεται μέσα στην κουζίνα. Φαντασιώνεται, βλέποντας το περβόλι μπροστά του, τι θα ήθελε να ‘χει η σαλάτα του και κατεβαίνει και το κόβει. Τις περισσότερες ντομάτες τις έδωσε στους γείτονες για να μην του μείνουν. Αυτοί του έδωσαν πορτοκάλια και λεμόνια που τα ‘χουν πολλά, καθώς και λάδι αφού κι εκείνος τους είχε δώσει κρασί και ρακί, όταν εκείνοι του ‘χαν δώσει γάλα και τυρί γιατί εκείνος τους είχε δώσει μέλι όταν εκείνοι του έδωσαν 2 μπούτια χοιρινό ως αντάλλαγμα για τους χοχλιούς που τους είχε δώσει. //Στηρίζεται άμεσα στο διπλανό του όπως κι ο διπλανός του σε αυτόν//. Μετά το φαΐ ρίχνει την μεσημεριανή του σιέστα στο ράντζο που ‘χει βάλει στην αυλή κάτω από την κληματαριά. TV δεν έχει γιατί αποφάσισε να μην φτιάξει εκείνη την παλιά που είχε στο χωριό. Την έχει αφήσει σαν διακοσμητικό με το ανάλογο σεμεδάκι πάνω της. //Τρώει σχεδόν πάντα με τα χέρια και μιλάει πάντα δυνατά κοιτάζοντας τον άλλο στα μάτια//. Αφού ξυπνήσει, νοιώθει ότι έχει ακόμα όλη τη μέρα μπροστά του. Τα παιδιά είναι έξω και παίζουν -δεν θα τα λέγανε παιδιά αλλιώς- και η γυναίκα του φτιάχνει κάτι σαπούνια, αφρόλουτρα και σαμπουάν από μια συνταγή που βρήκε κι αυτή στο ίντερνετ. Αυτό το απόγευμα πηγαίνει στο εργαστήρι που έχει φτιάξει πίσω από το σπίτι, και περνάει ώρες με τα αγαπημένα του χόμπι που τόσα χρόνια παραμελούσε, όπως γλυπτική αλλά και κάθε είδους ξυλοκατασκευή. //Δεν βάζει τη ζωή του σε κουτιά, δεν ξέρει τι θα κάνει αύριο//. Χθες είχε πάει για ιππασία, προχθές για κυνήγι, παραπροχθές αναρρίχηση, παραπαραπροχθές βόλτα στην πόλη, παραπαραπαραποχθές βόλτα στην άλλη πόλη. Στα διαλείμματα του αρέσει να γρατζουνάει το μαντολίνο του. //Από τότε που σταμάτησε να στρογγυλοκάθεται στο μισθό της δουλειάς, νοιώθει δυνατός, έτοιμος να κατακτήσει τον κόσμο//. Το βράδυ ο αρχηγός βγαίνει και περίλυπος ανακοινώνει τη μη χορήγηση της 7ης δόσης και την αναπόφευκτη χρεοκοπία της χώρας. Ο Μάκης ροχαλίζει ατάραχος και η ζωή του συνεχίζεται.

 

Αν θέλεις να συμφωνήσεις, να διαφωνήσεις ή να σχολιάσεις στείλε στο m.lypakis@freevox.gr

του Μάνου Λυπάκη _ m.lypakis@freevox.gr