Το χρήμα, Γιαγιά, λένε δεν υπάρχει. Το είδες πουθενά σε πολλές δέσμες κοντά σου, εκτός από την εκπομπή του Αρναούτογλου; Ακόμα κι εκεί θα χουν βάλει ένα πενηντάευρω από την έξω πλευρά κι από μέσα θα ‘χει χαρτονομίσματα της Monopoly. Πού είναι τα μασούρια που έβαζες κάτω από το στρώμα ή μέσα στην τηλεόραση;

To χρήμα, Γιαγιά, λένε είναι εικονικό, είναι ψηφιακό. Δεν το μετράμε στο χέρι με εκείνο τον ωραίο τρόπο που χάζευα μικρός που το μέτραγε ο παππούς, σαλιώνοντας τα δάχτυλά του. Τώρα το βλέπουμε μόνο με νούμερα σε οθόνες, σε κάρτες, σε χαρτιά, σε κωλόχαρτα. Η ατμόσφαιρα που αναπνέουμε πέρα από μπόχα έχει και ψηφία που πετάνε με αστραπιαία ταχύτητα από δω κι από κει. Περπατάμε στο δρόμο κι ένα 9 στριφογυρίζει στο αυτί μας. Πίνουμε καφέ κι ένα 6 κάθεται στην κούπα μας. Τρώμε σουβλάκι κι ένα 5 προσπαθεί να στριμωχτεί στην πίτα. Κάνουμε σεξ κι ένα 3 έχει κάτσει σαν μύγα στη μύτη μας και ακτινοβολεί απελπισία. Το δε 0 πιο περήφανο και δημοφιλές από ποτέ, έχει κάνει αρμένικη βίζιτα πάνω στο κεφάλι μας. Στον υπολογιστή τα νούμερα φεύγουν από το πληκτρολόγιο, στο τάβλι ξεκολλάνε από τα ζάρια. Μην τρελαίνεσαι με τον τρελαμένο απέναντι που χτυπάει σαν τρελός τα χέρια του στον αέρα χτυπώντας ανύπαρκτα μυγιαλούδια. Ψηφία είναι.

Το χρήμα, Γιαγιά, λένε είναι φούσκα. Δουλεύουμε με τις ώρες και παίρνουμε φούσκες. Πληρώνουμε με φούσκες τους λογαριασμούς μας, αγοράζουμε με φούσκες, μας δίνουν ρέστα φούσκες, μας χρωστάνε φούσκες. Το βράδυ όταν γυρνάμε σπίτι βάζουμε το iphone κάτω, κάτι σαν το τεφτέρι γιαγιά, και υπολογίζουμε πόσες φούσκες μας χρωστάνε και πόσες χρωστάμε. Από τα χέρια μας δεν περνάει τίποτα πέρα από κοπανιστό αέρα. Βάλαμε τον κοπανιστό αέρα στο γουδί και δώστου τον κόπανο. Κοπανάγαμε και ψηλώναμε. Κοπανάγαμε και γινόμασταν άντρες. Κοπανάγαμε και βάλαμε Dolce & Armani. Κοπανάγαμε και κάναμε τα μαλλιά κόκκινα περμανάντ, βάλαμε στο στήθος μας Wonderbra. Να αγγίξουμε το όνειρο, άβυζοι με στήθος, φαλακροί με μαλλιά, σπυριάρηδες με μεταξένια επιδερμίδα. Αναπτυχθήκαμε λέει. Αγοράζαμε κι αγοράζαμε. Κινητά, ακίνητα, αυτοκίνητα, αγαλματάκια ακούνητα μέρα ή νύχτα. Με ουρανοκατέβατα ψηφία παραγγείλαμε γήπεδα, πισίνες, αεροδρόμια, ξενοδοχεία, όπλα, μουσεία και μεταξωτά βρακιά. Όλα χρεωμένα από γαλλική μπουτίκ, πληρωμένα από Σαββατιάτικη λαϊκή. Και γίναμε πολυτελής χέστρα της Δύσης από Λιμόζ πορσελάνη, Ιταλική φινέτσα, Γερμανική ακρίβεια, Αμερικάνικο όνειρο και μια ανατολίτικη αίσθηση από Ρωσία. Κι αφού γεμίσαμε τις κοιλιές μας με 1ο πιάτο, 2ο πιάτο λαχταριστό αέρα κι απολαμβάναμε ορεκτικό ένα γκουρμέ βοριαδάκι με την αίσθηση του καλύτερου θαμώνα μαγαζιού, μας δίνουν λογαριασμό, λέγοντάς μας «Κλείνουμε κύριε».

Και τρέχουμε φαγωμένοι και νυσταγμένοι τώρα να προλάβουμε να ξεπληρώσουμε μια ζωή που ποτέ δεν ζήσαμε και που ακριβοαγοράσαμε με λεφτά που ποτέ δεν είχαμε. Και στεκόμαστε, άντρες και γυναίκες, μπροστά στον καθρέφτη μας, και φτύνουμε καθημερινά στη μούρη αυτού που υπήρξαμε τη ροχάλα αυτού που είμαστε.

Φούσκες είμαστε κι εμείς, Γιαγιά. Και σαν φούσκες θα σπάσουμε.

του Μάνου Λυπάκη m.lypakis@freevox.gr