
καλό Χειμώνα Ηράκλειο // και άκου μια ιστορία που λέει πως ήταν πρώτη του Νοέμβρη // μπορεί και να ‘χε δύο // η ώρα οχτώμιση // βράδιαζε στην πλατεία Αγίου Τίτου // με το γείτονά μου είχαμε καθήσει σε ένα παγκάκι // που κύκλωνε ένα δέντρο // και χαζέυαμε πέντε πιτσιρικάδες καθώς έπαιζαν ποδόσφαιρο μπροστά στην εκκλησία // ο μικρόσωμος τερματοφύλακας ζητούσε να μπει μέσα στο παιχνίδι // αλλά κανείς δεν του έδινε τη θέση του // οι δύο επιθετικοί πιο ψηλοί // μεγαλύτεροι πιθανώς κατά τρία τέσσερα χρόνια>
καταφτάσαμε στο δεύτερο ημίχρονο σίγουρα // το ματς ήταν ξαναμμένο και γρήγορο // και τα κοπέλια ήταν ήδη κουρασμένα // μα μόνο για το πάθος που έδειχνε ο πιτσιρικάς στο τέρμα // καταλήξαμε με το γείτονα ότι με αυτήν την ομάδα είμαστε // κι ότι αυτοί θα νικήσουν>
σε αυτήν την ομάδα ήταν οι τρεις // οπότε ήταν πιο άνετοι στο παιχνίδι από την άλλη ομάδα // που έπαιζε ‘παγκότερμα’ με δυό παίκτες>
παρόλο που έχανε η ομάδα μας κατά δύο γκολ // οι δύο ψηλοί είχαν εύκολα την κατοχή της μπάλας, και μια σχετικά καλή συνεργασία μεταξύ τους // “έεε!πάσα ρε!” , “σούταρε!” // έκαναν μαρκαρίσματα // λίγα σπρωξίματα, κανά φαουλάκι // και η μπάλα να πηγαινοέρχεται // όμως το σκόρ κολλημένο στα δύο γκολ διαφορά // σαν από αγώνα μπάσκετ έμοιαζε το σκορ // “πόσο πάμε;”, “τριανταέξι-τριαντατέσσερα! τώρα τρέχα!!”// και τρέχανε οι ψηλοί μπροστά // έκανε σέντρα ο ένας // σούταρε ο άλλος // τίποτα // άουτ>
“να μπω λίγο και γω παιδιά;” // σήκωνε τον δείκτη του χεριού ο μικρός τερματοφύλακας ,“να βάλω ένα γκολ μόνο!” // και έπειτα φώναζε “έη, πρέπει να νικήσουμεεεε!” // όμως μάταια // μέσα στον πανικό // κι ανάμεσα στα διαλείμματα (για να περάσουν κάτι περαστικοί και μια μαμά με το μωρό της στο καροτσάκι) // δεν του έδινε κανείς σημασία>
ο ένας ψηλός ήταν αυτό που λένε αγγούρι // μάλλον ο μεγαλύτερος -και ο αρχηγός- στην παρέα των πέντε // προσπαθούσε να εντυπωσιάσει με τις επιδόσεις του // δύο κοριτσάκια που καθόταν στην απέναντι θύρα // στα σκαλιά της εκκλησίας, δίπλα στο δοκάρι // αλλά το παιδί έτρεχε άτσαλα // ήταν ‘ατομίσταρος’ // και φαινόταν καθαρά // δεν ήταν καλός στην τελική προσπάθεια // ούτε στις σέντρες, ούτε στα σουτ>
ο άλλος -ο πιο κοντός ψηλός- ήταν καλύτερος // είχε κυρίως ρόλο αμυντικού και σεντραδόρου // ήταν ο μόνος που έπαιζε ποδόσφαιρο βασικά στην ομάδα // μοίραζε την μπάλα // στις αντεπιθέσεις έτρεχε πίσω με την γλώσσα του να ανεμίζει // τον είδαμε να κάνει κάποια εντυπωσιακά τακουνάκια // και με κάποιες ατομικές προσπάθειες συντηρούσε τη διαφορά του σκορ>
και τέντωνε τα χέρια προς τα κάτω ο πιτσιρικάς στο τέρμα // λύγιζε τα γόνατα και ούρλιαζε // “αφήστε με να μπω!!!” // η διαφορά μειώθηκε στο ένα γκολ // και ο μικρούλης πείσμωσε // έκανε μια απόκρουση σε ένα σουτ που δέχτηκε // άφησε κάτω την μπάλα και άρχισε να την κλωτσάει μπροστά // πέρασε τον μοναδικό αμυντικό // ντρίμπλαρε τον τέρματοφύλακα // και σούταρε>
γκολάρα // ήταν ο μικρός σαν τον μέσι // αυτόν στην διαφήμιση με τα πατατάκια // πανηγύρισε αεράτος // με ένα ζεϊμπέκικο εφτάχρονου // και γύρισε τρέχοντας πίσω // τότε μια βαθιά μπαλιά προσγειώθηκε πάνω στην φαλάκρα ενός τύπου // ο οποίος πλησιάζε την πλατεία εντωμεταξύ // και αποδείχτηκε πατέρας του μικρού τερματοφύλακα // μάλιστα φόραγε μπλούζα με τον άσσο πίσω // άρπαξε τον μικρό από το μπράτσο // έκανε να ξεφύγει αυτός // αλλά με συνοπτικές διαδικασίες // ο μπαμπάς τερματοφύλακας τον τράβηξε μακριά // διακόπτωντας τον αγώνα // οι υπόλοιποι τέσσερις κήρυξαν το ματς ισόπαλο και διαλύθηκαν>
σε ματζόρε διάθεση // σηκωθήκαμε ταυτόχρονα με το γείτονα από το παγκάκι και συνεχίσαμε τον περίπατο μας χαμογελώντας // είχαμε απολαύσει ένα καλό παιχνίδι.
του Γιώργου Παπαδακάκη _ liquidgrass@gmail.com














Πάρε μέρος στην κλήρωση







