…Kρήτη του Παραδείσου

Ξεκίνησα να γράφω με σκοπό να μοιραστω μαζί σας τον προβληματισμό μου, ελπίζοντας, μέσα από την αναμόρφωση της συνείδησης μας και των πράξεων μας, να συμβάλλουμε όλοι στην αναμόρφωση του τόπου μας.

«Κρήτη μου όμορφο νησί… Κρήτη του παραδείσου», λέει ένα παραδοσιακό κρητικό άσμα. Και όντως η Κρήτη είναι ένας τόπος που υπήρξε, και – εν δυνάμει – είναι παράδεισος. Διαθέτει όλες τις πρώτες ύλες για αυτό: καλό κλίμα, φυσική ομορφιά, μακραίωνη ιστορία, φιλόξενους ανθρώπους, πολιτιστική κληρονομιά και δεκάδες άλλα «καλούδια». Όλα αυτά ανέδειξαν την Κρήτη, όχι τυχαία αλλά ούτε απαραίτητα και για πάντα, σε ένα δημοφιλή τουριστικό προορισμό, γεγονός που αποτελεί και τον «υπ’ αριθμόν ένα» οδηγό οικονομικής ανάπτυξης του τόπου.
Στο μεταξύ, ωστόσο, η διαφαίνουσα τάση, είναι αυτή της άνομης και χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό εκμετάλλευσης αυτών των πόρων, παρά η διαφύλαξη, ανάδειξη και αναπαραγωγή τους. Ήδη, στις περισσότερες των περιπτώσεων και κατα κόρον στις ανεπτυγμένες τουριστικά – παραθαλάσσιες κυρίως – περιοχές κυριαρχεί η αναρχία, η κακογουστιά και η έλλειψη σεβασμού στο περιβάλλον, την ιστορία και τον άνθρωπο, με αποτέλεσμα την υποβάθμιση των τόπων αυτών και συνολικά του τ(ρ)όπου που ζούμε.
Για να γίνω όμως πιο συγκεκριμένος ως προς το θέμα μου, θα σταθώ στο εξής: έχουμε όλοι σίγουρα ακούσει κάποια στιγμή πως για να βιώσεις την Κρήτη, πρέπει να βιώσεις την ενδοχώρα…τα χωριά της. Πράγματι, εκεί είναι κρυμμένη όλη η ουσία, η ιστορία, η πολιτιστική κληρονομία, η ψυχή της και όλα αυτά τελοσπάντων, για τα οποία όλοι εμείς είμαστε περήφανοι για την καταγωγή μας, και οι υπόλοιποι μας επισκέπτονται για να γνωρισουν.

Και κάπου εδώ μπαίνουμε στο θέμα μας, που αφορά τη διαφύλαξη – ανάδειξη των παραδοσιακων οικισμών, της τοπικής αρχιτεκτονικής και των παραδοσιακών στοιχείων τρόπου ζωής στο πλαίσιο μιας αειφόρου ανάπτυξης, τόσο ως μέσο αισθητικής, και ποιοτικής κατ’ εμέ, αναβάθμισης του τ(ρ)όπου που ζούμε, όσο και δημιουργίας ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος και υπεραξίας ως τουριστικού προϊόντος, που με μια απλή συστηματική θεώρηση και υπό προϋποθέσεις, μπορεί να αναβαθμίσει περαιτέρω τον τ(ρ)όπο που ζούμε μέσω της οικονομικής ανάπτυξης.
Η Κρήτη δε διαθέτει πολλούς παλιούς παραθαλάσσιους οικισμούς, καθώς ο φόβος των πειρατών και των κατακτητών οδήγησε ιστορικά τους ανθρώπους στην ασφάλεια που παρείχαν τα βουνά και οι οχυρές πόλεις… άλλοτε οχυρές θέσεις, που δεν κατάφεραν όμως να προστατεύσουν τους οικισμούς από τη σύγχρονη, ανθρώπινη υποβάθμιση. Έτσι, λίγοι από αυτούς έχουν καταφέρει να διατηρήσουν το παραδοσιακό τους χρώμα και την πολιτιστική τους αξιά μέχρι σήμερα. Η Κρήτη αριθμεί περίπου 1.000 χωριά στην ενδοχώρα της, εκ των οποίων, περίπου 100 έχουν χαρακτηριστεί παραδοσιακοί οικισμοί. Ωστόσο, ενώ κατα καιρούς δίνονται κίνητρα για έργα και δράσεις από επιδοτούμενα προγράμματα, δεν έχει παράλληλα θεσπιστεί – παγιωθεί ένα θεσμικό πλαίσιο που να παροτρύνει και να επιβάλλει μια οργανωμένη και με σχέδιο οικιστική, αειφόρο ανάπτυξη, οδηγώντας μοιραία πολλά χωριά σε υποβάθμιση – από άναρχες και αντιαισθητικές, αστικού τύπου, παρεμβάσεις – πολιτικοκοινωνική περιθωριοποίησή και εγκατάλειψη.
Κόντρα στον κανόνα, και πέρα από τα καλώς σχετικά διατηρημένα, ιστορικα κέντρα των Χανίων και του Ρεθύμνου, προβάλλουν ως εξαιρέσεις αξιόλογες προσπάθειες, ιδιωτικής κυρίως φύσεως, όπως για παράδειγμα στον Άσπρο ποταμό, στην Μηλιά, στα Καπετανιανά, στα Καψαλιανά ή στο χωριό Σφάκα Σητείας αλλά και συνολικές προσπάθειες όπως σε χωριά του Αποκόρωνα Xανίων, στον βραβευμένο – πρότυπο οικισμό των Αρχανών ή εν μέρει, στον ξακουστό, αν και λαβωμένο αρχιτεκτονικά, ιστορικό οικισμό των Ανωγείων κλπ. Οι περισσότερες προσπάθειες βασίστηκαν σε μια προσέγγιση ήπιας, εναλλακτικής τουριστικής ανάπτυξης, όπου αξιοποιώντας – και διατηρώντας έτσι ταυτόχρονα – την κληρονομιά του τόπου προσφέρουν στους επισκέπτες την ευκαιρία να έρθουν σε αμεσότερη επαφή με την φύση, την ιστορία, την κουλτούρα και την γαστρονομία της Κρήτης καθώς επίσης με την αληθινή κρητική φιλοξενεία, τον αυθεντικό τρόπο ζωής και το γνήσιο κρητικό πνεύμα. Στις πεδιάδες του νομού Ηρακλείου, στον Αποκόρωνα ή στα ημιορεινά του νομού Ρεθύμνης και γενικότερα στις ρίζες των ορεινών όγκων, έχουν δημιουργηθεί ολόκληρα συστήματα από αναπαλαιωμένα κτίσματα, ποιοτικούς ξενώνες, παραδοσιακά ταβερνεία και καφενεία, περίτεχνα μαγαζάκια, μουσεία και εργαστήρια, οινοποιεία, συνεταιρισμούς αγροτικών και παραδοσιακών προιόντων, εταιρείες υπαίθριων δραστηριοτήτων, αξιοθέατα κ.λ.π. που λειτουργούν παράλληλα ως μοχλοί πολυεπίπεδης ανάπτυξης και ευημερίας της ευρύτερης περιοχής.
Στην αντίπερα όχθη, στέκουν υπομονετικά – διατηρώντας ακόμη αναλλοίωτα στοιχεία του παρελθόντος – οικισμοί που έχουν σχετικά διασωθεί μέχρι σήμερα, επειδή «ευτυχώς», δεν υπήρχαν κίνητρα να «αναπτυχθούν», όπως ενδεικτικά: οικισμοί στην ενδοχώρα του Νομού Ηρακλείου (π.χ. Πατσιδερός, Σίβα, Εθιά, Άγιος Αντώνιος, Παναγιά, Φαρί, Άγιος Θωμάς κα), Ρεθύμνης (π.χ. Άμνατος, Ρούστικα, Μούντρος, Μαρουλάς, Αμάρι, Βυζάρι κα) και κυρίως του Νομού Λασιθίου (π.χ. Βραχάσι, Πάνω Ελούντα, χωριά του οροπεδίου, Κρούστας, Ανατολή, Μοναστηράκι, Πεύκοι, Χαμαιτόπουλο κ.α.) που χρήζουν άμεσα της προσοχής μας. Κάπου εδώ, πρέπει να παραδεχθούμε ότι η εγκατάλειψη ενος παραδοσιακού οικισμού ήταν τελικά προτιμότερη, δεδομένης της έλλειψης παιδείας και κουλτούρας, από την «αναπτυξω – αλλοίωση» του με μικροαστικές και άνευ σχεδίου παρεμβάσεις. Τασσόμαστε υπέρ των σύγχρονων παρεμβάσεων, υπό την προυπόθεση όμως ότι αυτές βασίζονται σε παραδοσιακά πρότυπα, συμβαδίζουν με ένα σχέδιο και εντάσσονται αρμονικά στο ευρύτερο περιβάλλοντικό και οικιστικό πλαίσιο. Είναι ευοίωνο το γεγονός, πως σε πολλά χωριά παρατηρούνται σιγά – σιγά δεκάδες, μεμονωμένων κυρίως, δράσεων και έργων με μεράκι, όπως σύγχρονα κτίσματα λαϊκής αρχιτεκτονικής ή προσομοιώσεις παραδοσιακων οικισμών, αγροτουριστικού χαρακτήρα επιχειρήσεις αλλά κυρίως αξιόλογες αναπαλαιώσεις κτισμάτων παρότι, δυστυχώς ή ευτυχώς, πολλές προέρχονται από ξένους, οι οποίοι φαίνεται να εκτιμούν περισσότερο από το ντόπιο πληθυσμό την παραδοσιακότητα και τον χαρακτήρα των οικισμών, με λαμπρά ωστόσο αποτελέσματα.
Οι περισσότεροι από τους μακροπρόθεσμα επιτυχημένους τουριστικούς προορισμούς έχουν εκτός των άλλων, ένα κοινό χαρακτηριστικό: έχουν σαν βάση τη διατήρηση, ανάδειξη και αναπαραγωγή των τοπικών παραδοσιακών χαρακτηριστικών τους. Από το Παρίσι, τη Ρώμη και τη Βαρκελώνη μέχρι την Τοσκάνη, τα Ζαγοροχώρια και κάποια, ακόμη, από τα ελληνικά νησιά, σου δίνεται η εντύπωση ότι ζεις σε μια άλλη εποχή… και αυτό δεν είναι τυχαίο. (Aρκεί μια επίσκεψη στο Pueblo Espanol της Βαρκελώνης για να καταλάβεις πόσο αδιανόητα λάθος ήταν η καταστροφή των σκηνικών της σειράς «το Νησί» στην Πάνω Ελούντα). Τόποι που διατηρούν ακόμη το χρώμα τους και την αισθητική τους, το διατηρούν γιατί εκεί υπήρχε εξαρχής σχέδιο, έγιναν επενδύσεις και μπήκαν από πολύ νωρίς αυστηρότατα περιοριστικά μέτρα με ανάλογους ελεγκτικούς μηχανισμούς από αρμόδιους φορείς, γεγονός που παράλληλα συντέλεσε και στην μετάδοση κουλτούρας και παιδείας στις επόμενες γενιες. Στα Ζαγοροχώρια, στην Ύδρα και στο Πήλιο για παράδειγμα υπάρχουν συγκεκριμένοι όροι δόμησης, από τα υλικα που θα χρησιμοποιηθούν (πχ ντόπια πέτρα, ξύλο κλπ) μέχρι και τις διαστάσεις των παραθύρων ή το χρώμα – ενώ παράλληλα οργανώνονται εκπαιδευτικά ταξίδια για τους επιχειρηματίες της περιοχής σε πρότυπους προορισμούς του εξωτερικού προς παραδειγματισμό – καταλήγοντας έτσι σε ένα μεθοδευμένο, ομοιόμορφο και αισθητικά άρτιο αποτέλεσμα.
Όμως μεταξύ μας, όπως λέμε ότι «κανείς δε θα μας βοηθήσει αν δεν βοηθήσουμε πρώτα εμείς τον εαυτό μας», ανάλογα δεν θα έπρεπε να εναποθέσουμε τις ελπίδες μας στις όποιες, αν και αναγκαίες, δράσεις και υποδείξεις της πολιτείας, αλλά να παραδειγματιστούμε από καλές πρακτικές, να αναλάβουμε τις ευθύνες μας και να πράξουμε υπέρ το δέον. Το ζήτημα ίσως δεν είναι να προστατέψουμε τους παραδοσιακούς οικισμούς και την πολιτιστική μας κληρονομιά αλλά απλώς, να τα αφήσουμε να μας διδάξουν… αισθητική, πρακτική, βιοκλιματική, ανθεκτική και οικονομική ως προς τα μέσα και τις μορφές αρχιτεκτονική, με σεβασμό στο περιβάλλον και τον άνθρωπο – εν αντιθέσει με την σύγχρονη, ως επί το πλείστον, εφήμερη και αυθαίρετη αρχιτεκτονική της «επίδειξης». Μήπως – αναρωτιέμαι – στην κοινωνία της αφθονίας των μέσων του σήμερα έχουμε λιγότερη κουλτούρα, ενώ παλιά είχαν λιγότερα μέσα αλλά άφθονη κουλτούρα;
Όπως και να ‘χει, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως ο μαζικός τουρισμός στην Κρήτη έχει φτάσει σε ένα τέλμα καθώς, έτσι όπως τουλάχιστον τον διαχειριζόμαστε, περισσότερο συντελεί στην αλλοίωση και υποβάθμιση του τόπου, παρά στην γενικότερη αναβάθμιση του, ενώ ταυτόχρονα, μειώνεται η ποσότητα και ποιότητα των επισκεπτών μας. Έτσι, η διαφύλαξη των αγνών τόπων και σοφών έργων που κληρονομήσαμε είναι αφενός, ένα πρωταρχικής σημασίας βήμα ώστε να διαιωνιστούν η ομορφιά, οι αξίες και πολιτισμός του τόπου και αφετέρου, ο οδηγός για την αναβάθμιση του, τη δημιουργία υπεραξίας και την προσέλκυση ποιοτικού τουρισμου και επενδύσεων με μακροπρόθεσμη προοπτική ανάπτυξης που θα συμβαδίζει με την ωριμότητα μας ως προς την διαχείριση της.
Όλα αυτά όμως είναι θεωρίες… θεωρίες που πρέπει να μετουσιώθούν σε πράξεις. Θα μπορούσαμε να γεμίσουμε ένα ολόκληρο τεύχος του περιοδικού, γράφοντας «τι πρέπει να γίνει»… όμως μια αράδα εικόνες, και μια επίσκεψή στους υποδειγματικούς οικισμούς της Κρήτης… έχουν σίγουρα να μας πουν περισσότερα.
Προτεινόμενη βιβλιογραφία για τους παραδοσιακούς οικισμούς και την λαική αρχιτεκτονική της Κρήτης
«Παραδοσιακή Ελληνική Αρχιτεκτονική: Κρητη», εκδόσεις Μέλισσα (1984)
«Το κρητικό σπίτι: αυτό το καταφύγιο κι αυτό το ορμητήριο», Δ. Βασιλειάδης, εκδόσεις Εστία (1983)
«Η δημιουργία του Κρητικού τοπίου», Rackham Oliver & Jennifer Moody, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης (2004)
«Λαϊκή αρχιτεκτονική στην Κρήτη», M. Ζαγορησίου, Μουσείο Μπενάκη (1996)
του Κωνσταντίνου Σταυρακάκη konstantinos.stavrakakis@freevox.gr














Πάρε μέρος στην κλήρωση







